Διάσημο για το αρχιτεκτονικό θαύμα του Duomo, αξιοζήλευτο για το στιλ και την κομψότητα που εκπροσωπεί, αγαπημένο όσων αναζητούν τις τελευταίες τάσεις της μόδας, φημισμένο για το κύρος και την αίγλη της λυρικής του σκηνής, ονομαστό για τα στιλάτα café, τα aperitivo bar και την ξεχωριστή του συμβολή στην ιταλική γαστρονομική παράδοση, το Μιλάνο είναι ένας προορισμός που προσφέρει ένα κράμα πλούσιων και συναρπαστικών εμπειριών. Όπως σχεδόν κάθε ιταλική πόλη, αποτελεί με τον δικό του τρόπο ένα μοναδικό κεφάλαιο της ανεξάντλητης πολιτιστικής κληρονομιάς και του ανεκτίμητου καλλιτεχνικού πλούτου της γειτονικής μας χώρας.
Το Μιλάνο είναι γεμάτο ενδιαφέροντα μουσεία και πινακοθήκες παγκόσμιας εμβέλειας, που αποζημιώνουν με μοναδικούς θησαυρούς όποιον αντισταθεί για λίγο στο κάλεσμα των Σειρήνων του -μιλάμε βέβαια για τις πολυτελείς μπουτίκ, τις εκθαμβωτικές βιτρίνες, τις κοσμοπολίτικες πλατείες, τους γεμάτους παλμό και λάμψη δρόμους, τα ιστορικά στέκια με τα signature cocktails ή τις απολαυστικές τοπικές σπεσιαλιτέ. Και όπως γρήγορα διαπιστώνει κανείς, είναι το απόλυτο σύμβολο του «Homo Universalis», ο ιδιοφυής Leonardo Da Vinci, εκείνος στον οποίο η πρωτεύουσα της Λομβαρδίας οφείλει μεγάλο μέρος του πολιτιστικού της ενδιαφέροντος.
Με τη μορφή του κορυφαίου καλλιτέχνη της Αναγέννησης σκαλισμένη σε μάρμαρο να στέκει καταμεσής της Piazza della Scala σαν αφετηρία, ο επισκέπτης της πόλης μπορεί να αναζητήσει τα έργα του στο Εθνικό Μουσείο Επιστήμης και Τεχνολογίας Da Vinci που φέρει τιμητικά το όνομά του και του αφιερώνει ένα ολόκληρο τμήμα, στην αίθουσα Sala delle Asse του Castelo Sforzesco όπου σώζεται ένα ελάχιστο τμήμα μιας τοιχογραφίας του, στην Pinacoteca Ambrosiana όπου εκτίθεται το «Πορτρέτο ενός μουσικού», στην Biblioteca Ambrosiana όπου φυλάσσεται ο περίφημος Codex Atlanticus, η πληρέστερη συλλογή σχεδίων και μηχανικών συλλήψεών του, και βέβαια στην πασίγνωστη τοιχογραφία Cenacolo Vinciano, τη δική του απόδοση της -τόσο επίκαιρης τις μέρες που πλησιάζουν- σκηνής του Μυστικού Δείπνου.
Δεδομένης της προχωρημένης φθοράς που χαρακτηρίζει την κατάσταση του έργου, αλλά και της άνω του ενός μήνα αναμονής, της υπομονής, της τύχης και της επιμονής που χρειάζεται για να εξασφαλίσει κάποιος το πολυπόθητο εισιτήριο εισόδου στο μοναστήρι όπου φιλοτεχνήθηκε, γεννιέται το εύλογο ερώτημα «Αξίζει πράγματι όλη αυτή η προσμονή για να δει κάποιος από κοντά μια ξεθωριασμένη, γνώριμη κατά τα άλλα εικόνα;». Αν όμως μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις, στην περίπτωση του Cenacolo αυτές φέρουν το βάρος μιας στιγμής-σταθμού στην ιστορία της τέχνης.
Όσα προηγούνται της επίσκεψης
Αν το να περιμένει κάποιος στην ουρά για να μπει σε κάποιο μουσείο ή να επισκεφθεί ένα μνημείο φαίνεται κουραστικό, το να ελέγχει βδομάδες πριν τη διαθεσιμότητα των λιγοστών εισιτηρίων για είσοδο στην τραπεζαρία της μονής με την περίφημη τοιχογραφία μπορεί να θεωρηθεί εξωφρενικό. Στην περίπτωση της διάσημης τοιχογραφίας όμως, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, καθώς μόνο με ηλεκτρονική προαγορά εισιτηρίου μπορεί κάποιος να δει το έργο. Τα εισιτήρια διατίθενται από την επίσημη ιστοσελίδα του μνημείου, ενώ απαιτείται να επιλέξετε συγκεκριμένη μέρα και χρονική θυρίδα κατά την οποία θα σας επιτραπεί η είσοδος. Αυτό που περιπλέκει την εύρεση εισιτηρίου όμως, είναι αφενός η τεράστια παγκόσμια ζήτηση, αφετέρου οι λιγοστές διαθέσιμες θέσεις που ενώ ανακοινώνονται διαδικτυακά σε συγκεκριμένη ημερομηνία μήνες πριν, εξαφανίζονται μέσα σε λίγα λεπτά.
Για παράδειγμα, στις 18 Μαρτίου από τις 12 το μεσημέρι άνοιξαν οι θέσεις για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 2025 και ως το τέλος Μαρτίου υπήρχαν διαθέσιμα εισιτήρια, μόνο για 4 μέρες του Ιουλίου και μόνο για 8:15 -10:30 το πρωί. Αυτό σημαίνει ότι για ένα ταξίδι της τελευταίας στιγμή στο Μιλάνο, είναι πρακτικά αδύνατο να βρείτε εισιτήριο, ενώ ακόμη κι αν είστε βέβαιοι για τις ημερομηνίες που θα βρίσκεστε εκεί, πρέπει να κινηθείτε εξαιρετικά γρήγορα την ώρα της κράτησης. Όχι μόνο χιλιάδες άλλοι ταξιδιώτες θα έχουν την ίδια ιδέα με εσάς, αλλά για κάθε χρονική θυρίδα επιτρέπεται η είσοδος στην τραπεζαρία της μονής αυστηρά για έως 35 άτομα. Αν θεωρείτε μάταιο το να προσπαθήσετε καν, σκεφτείτε το ξανά.
Η πρωτοποριακή προσέγγιση μιας γνώριμης σκηνής
Για τον γεννημένο στην ευρύτερη Φλωρεντία πολυσχιδή καλλιτέχνη, το Μιλάνο έγινε δεύτερο σπίτι του. Στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας πέρασε συνολικά 22 χρόνια, εδώ φιλοτέχνησε την εξαίσια «Παναγία των βράχων» που εκτίθεται στο Λούβρο, το πασίγνωστο σχέδιό του «Άνθρωπος του Βιτρούβιου» που μπορεί κανείς να δει στη Βενετία και τις δύο μοναδικές τοιχογραφίες όλης της καριέρας του. Με πάτρωνα τον Ludovico Sforza, Δούκα του Μιλάνου, ένθερμο και πεφωτισμένο υποστηρικτή των τεχνών που ανέδειξε την Αυλή της πόλης σε λαμπρότερη ολόκληρης της Ευρώπης, ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης επιδόθηκε σε μια ευρεία γκάμα δημιουργιών, από τα κοστούμια για το γάμο της κόρης του Δούκα ως στίχους τραγουδιών, κι από τοπογραφικές μελέτες για τα κανάλια της πόλης ως το σχεδιασμό στρατιωτικού εξοπλισμού κι αμυντικών μηχανισμών.
Το 1495 ο Sforza του ανέθεσε να ζωγραφίσει τη σκηνή του Μυστικού Δείπνου στην τραπεζαρία όπου δειπνούσαν οι μοναχοί της εκκλησίας Santa Maria delle Grazie. Επρόκειτο για ένα από τα δύο θέματα που παραδοσιακά επιλέγονταν για το διάκοσμο αιθουσών εστίασης -το άλλο είναι η Σταύρωση-, μάλιστα ο ιταλικός όρος Cenacolo Vinciano περιγράφει όχι μόνο τη συγκεκριμένη θρησκευτική σκηνή αλλά και γενικότερα κάθε τραπεζαρία.
Με έμπνευση από το Cenacolo του επίσης Φλωρεντινού Domenico Ghirlandaio, o Leonardo βρήκε πρόσφορο έδαφος για τους πειραματισμούς που τόσο αγαπούσε, αποφασίζοντας καταρχήν να ξεφύγει εντελώς από τη στατική απόδοση της σκηνής και να την κάνει πιο ενδιαφέρουσα αλλάζοντας τον κανόνα. Με μια ρηξικέλευθη ακόμη και για δεδομένα της Αναγέννησης απεικόνιση, αποτυπώνει τη στιγμή ακριβώς μετά το μοίρασμα του άρτου, με κάθε μια από τις φιγούρες που πλαισιώνουν το Χριστό να αντιδρά στην ανακοίνωση της επικείμενης προδοσίας με δραματική κίνηση. Σπουδαίος μελετητής των ανθρώπινων συναισθημάτων ο Da Vinci, παρουσιάζει τους Μαθητές αναστατωμένους, να απευθύνονται ο καθένας ως άνθρωπος προς άνθρωπο, εκφράζοντας αγωνία, ανησυχία και φόβο.
Η εικόνα ξεχειλίζει συναισθήματα και προκαλεί αίσθηση στον επισκέπτη από την πρώτη στιγμή που την αντικρίζει, πόσο μάλλον αναλογιζόμενος ότι ο Leonardo κατάφερε να φέρει τη σκηνή του Μυστικού Δείπνου στο εδώ και το τώρα, σαν να λάμβανε χώρα στη συγκεκριμένη τραπεζαρία, σαν οι μοναχοί να την έβλεπαν να εκτυλίσσεται μπροστά τους, την ώρα του δικού τους δείπνου. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, ο καλλιτέχνης έκανε την εικόνα ακόμη πιο αληθοφανή, ζωγραφίζοντας στο βάθος της σκηνής τις Άλπεις, τοπίο που όντως έβλεπαν από τα παράθυρα της τραπεζαρίας, ενώ απoτύπωσε τρεις πηγές φωτός, μια ρεαλιστική απόδοση του τρόπου που το φυσικό φως εισερχόταν στην τραπεζαρία.
Πέρα από την εκπληκτική τρισδιάστατη προοπτική, η τριγωνικού σχήματος σύνθεση με τον Χριστό στο επίκεντρο αποτελεί αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό της Αναγέννησης, συμβολίζοντας την τελειότητα και τονίζοντας τη θεϊκή υπόσταση του Ιησού. Ο ίδιος στο κέντρο φωτίζεται μόνος και με δραματικό τρόπο, καθώς μόνος θα περάσει και το μαρτύριο των επόμενων ωρών. Αριστερά του Χριστού ο προδότης Ιούδας είναι ο άνδρας με το μούσι, ενώ στην ίδια πλευρά απεικονίζεται ο Βαρθολομαίος με ροζ ένδυμα, ο Ιάκωβος που αγγίζει τον Πέτρο για να τον ρωτήσει, ενώ εκείνος ψιθυρίζει στον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, τον νεότερο όλων και αγνό σαν παρθένο -γι΄αυτό και αποδίδεται με γυναικεία χαρακτηριστικά-, και ο Ανδρέας που με τα χέρια σηκωμένα μοιάζει να τους ζητά να μείνουν ήρεμοι μέχρι να μάθουν τι ακριβώς συμβαίνει. Στη δεξιά πλευρά της τοιχογραφίας, ο Ιάκωβος ο μεγαλύτερος σηκώνει το δάχτυλο σαν να ζητά να πάρει το λόγο, ο Θωμάς δείχνοντας τον εαυτό του αναρωτιέται μήπως εκείνος θα προδώσει τον Κύριο και μεταξύ τους πιο ψύχραιμος, ο Φίλιππος, ενώ οι Ματθαίος, Θαδδαίος και Σίμων σχολιάζουν εμφανώς θορυβημένοι.
Αξίζει να παρατηρήσει κανείς επίσης τα οικόσημα των Sforza πάνω από την ολοζώντανη σκηνή, αλλά και όσο είναι εφικτό λεπτομέρειες όπως ο ερυθρός οίνος στα γυάλινα ποτήρια και οι αντικατοπτρισμοί των χρωμάτων των ενδυμάτων στα πιάτα, άλλη μια απόδειξη της άψογης μελέτης και χρήσης του φωτός από τον καλλιτέχνη.
Μια αριστουργηματική αποτυχία
Μεγάλο μέρος της φήμης του έργου οφείλεται στην φθαρμένη κατάστασή του, κατά μία έννοια όλοι θέλουν να θαυμάσουν από κοντά το αριστούργημα του Λεονάρντο πριν χαθεί για πάντα ή όσο ακόμη βρίσκεται σε σταθερή κατάσταση. Η αλήθεια είναι ότι όσο αριστοτεχνική είναι η απόδοση της σκηνής, άλλο τόσο αποτυχημένοι ήταν οι πειραματισμοί του Λεονάρντο στην τεχνική που εφάρμοσε. Η καθιερωμένη πρακτική δημιουργίας νωπογραφιών ήταν το Buon Fresco, όπου όπως μαρτυρά και το όνομα, η εφαρμογή του χρώματος γίνεται όσο ακόμη ο γύψος είναι νωπός -φρέσκος- στο σοβατισμένο τοίχο, και μάλιστα γρήγορα, αφού στεγνώνει μέσα σε τρεις ώρες. Δεν υπάρχει συνεπώς χρόνος για να αφήσεις τα πινέλα, να σκεφτείς και να εμπνευστείς, αλλά από την άλλη η νωπογραφία αντέχει αιώνες αφού ουσιαστικά το χρώμα ενσωματώνεται στον ίδιο τον τοίχο.
Ο πολυπράγμων Ντα Βίντσι όμως, δουλεύοντας παράλληλα σε διάφορα έργα για λογαριασμό του Δούκα, γνώριζε ότι δεν θα είχε τη δυνατότητα να ολοκληρώσει άμεσα το έργο, πειραματίστηκε λοιπόν με την τεχνική Tempera grassa, σαν να ζωγράφιζε πάνω σε ξύλο. Τραγική συνέπεια, ως το 1517, 19 μόλις χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του, το δημιούργημα άρχισε να φθίνει, τα χρώματα να σκουραίνουν και η σκηνή σχεδόν να μη διακρίνεται. Εντυπωσιακή στο μάτι του επισκέπτη είναι η διαφορά με την τοιχογραφία της Σταύρωσης του Donato Montorfano στην απέναντι πλευρά της τραπεζαρίας. Εδώ όχι μόνο το buon fresco διατηρήθηκε αναλλοίωτο, αλλά οι μορφές του Δούκα και της Δούκισσας του Μιλάνου που ο Sforza ζήτησε από τον Λεονάρντο να προσθέσει εκ των υστέρων στη σκηνή, έχουν εξαφανιστεί πλήρως καθώς ο Ντα Βίντσι ζωγράφισε κι εδώ σε στεγνό τοίχο.
Η μεγαλύτερη τύχη στην ιστορία της τέχνης
Στα μέσα του 17ου αιώνα το αναγεννησιακό αριστούργημα ήταν πλέον δυσδιάκριτο. Οι μοναχοί θεωρώντας ότι η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη προέβησαν σε περαιτέρω καταστροφή, κόβοντας το 1652 ένα ολόκληρο κομμάτι -εκεί όπου σήμερα λείπουν τα πόδια του Χριστού- για να ανοίξουν μια πόρτα ώστε να επικοινωνεί η τραπεζαρία με την κουζίνα. Η αυξημένη θερμότητα και οι υδρατμοί που περνούσαν στο χώρο επισπεύδουν τη φθορά, ώσπου τουλάχιστον να εμφανιστεί στο προσκήνιο ο Ναπολέοντας, που ως Αυτοκράτορας της Γαλλίας και του βασιλείου της Ιταλίας, κατά την προσφιλή τακτική του διάλυσης των μοναστηριών, καταργεί τη μονή και μετατρέπει την τραπεζαρία σε στάβλο, ενώ οι στρατιώτες του χρησιμοποιούσαν το έργο για σκοποβολή.
Τη χαριστική βολή σε ό,τι είχε απομείνει ήρθε να δώσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ενάμισι αιώνα μετά. Το έργο είχε μεν σκεπαστεί αλλά η μεταφορά του ήταν αδύνατη κι έτσι όταν στις 15 Αυγούστου 1943 έπεσαν 181 τόνοι βομβών στο Μιλάνο, όλοι θεώρησαν ότι το Cenacolo Vinciano χάθηκε για πάντα. Σαν από θαύμα, κάτω από την οροφή που κατέρρευσε και τα παράθυρα που καταστράφηκαν, οι δύο τοιχογραφίες παρέμεναν άθικτες από τους βομβαρδισμούς. Ωστόσο το ευαίσθητο έργο ήταν πλέον εκτεθειμένο και στα στοιχεία της φύσης, αφενός με τη βροχή, τον ήλιο και την υγρασία να επιφέρουν επιπλέον φθορές, αφετέρου η αποκατάσταση του κτηρίου να είναι δύσκολη για να μην καταστραφεί το έργο.
Με το τέλος του πολέμου, η πρώτη απόπειρα αποκατάστασης, αντί αίσιας έκβασης κατέληξε σε μια ακόμη καταστροφή. Χρησιμοποιήθηκαν εντελώς λανθασμένα υλικά για τον καθαρισμό, προκαλώντας ζημιές στα χρώματα, οδηγώντας σε απώλεια κομματιών και ξέφτισμα της εικόνας. Ακόμη χειρότερα έγιναν τα πράγματα σε μια προσπάθεια συμπλήρωσης των κομματιών που έφθιναν, δίνοντας μια αφύσικη όψη στη συνολική εικόνα.
Το 1977 την κατάσταση ανέλαβε ευτυχώς μία από τους κορυφαίους συντηρητές έργων τέχνης παγκοσμίως, η ειδικευμένη στις αναγεννησιακές νωπογραφίες Ιταλίδα Pilin Brambilla. Η τεχνολογία είχε προχωρήσει, νέες μέθοδοι ανάλυσης φανέρωσαν περισσότερα στοιχεία για την τεχνική του Λεονάρντο και δουλεύοντας επί 22 χρόνια εκατοστό προς εκατοστό στο σημαντικότερο project της καριέρας της, η Brambilla πέτυχε εκεί που έξι προηγούμενοι συντηρητές είχαν αποτύχει. Η πρόκληση ήταν τεράστια, αρκεί να αναφερθεί ότι απομακρύνοντας κάποια από τα πρόσθετα υλικά που είχαν χρησιμοποιηθεί με τα χρόνια, το πρόσωπο του Ιησού σχεδόν δεν υπήρχε. Υιοθετήθηκε μια νέα τεχνική αποκατάστασης με νερομπογιά ώστε να συμπληρωθούν τα κενά με ασφάλεια αλλά και ειλικρίνεια, ώστε από την απόσταση που το παρατηρεί ο επισκέπτης, το έργο να φαίνεται ομοιογενές. Ταυτόχρονα, καθώς οι ακτίνες αποκάλυψαν ότι ανάμεσα στον τοίχο και στο χρώμα, ο καλλιτέχνης είχε απλώσει ένα στρώμα κιμωλίας -καταστροφικό καθώς απορροφούσε υγρασία και λόγω συστολών και διαστολών «έσπαγε»- βρέθηκε και ο ενδεδειγμένος τρόπος συντήρησης, με αυστηρά σταθερές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που κάθε φορά εισέρχονται στο χώρο αυστηρά έως 35 άτομα και μόνο για 15΄. Μόλις ο χώρος αδειάσει και μέσα σε 1΄οι συνθήκες επανέλθουν στα ιδανικά επίπεδα, επιτρέπεται η είσοδος στο επόμενο γκρουπ επισκεπτών. Και δεν χρειάζονται καν 15΄για να διαλυθεί κάθε ίχνος δυσθυμίας από την προσπάθεια εύρεσης εισιτηρίου ή για την καταφατική απάντηση στην ερώτηση αν αξίζει ο κόπος. Το «φταίξιμο» ρίξτε το αποκλειστικά στο ανήσυχο πνεύμα του Leonardo Da Vinci, χωρίς το οποίο όμως ο κόσμος της τέχνης θα ήταν πολύ φτωχότερος.
Extra συμβουλή: Πριν ή μετά την επίσκεψη στο Cenacolo Vinciano αξίζει να δείτε και το εσωτερικό της παρακείμενης εκκλησίας Santa Maria delle Grazie, ένα έξοχο δείγμα της αλλαγής στις καλλιτεχνικές τάσεις και της μετάβασης από τον αυστηρό γοτθικό στον κλασικό αναγεννησιακό ρυθμό, γεμάτη εξαιρετικά γλυπτά, τοιχογραφίες και πλούσιο ανάγλυφο διάκοσμο.
Διαβάστε ακόμα:
Ένα συναρπαστικό τετραήμερο γεμάτο λάμψη, τέχνη, μόδα και ιστορία στο Μιλάνο
Το «salotto» του Μιλάνου: Το μεγαλοπρεπές Duomo, η κομψή πλατεία του και η εντυπωσιακή Galleria
Το μποέμ Μιλάνο: Στα Navigli, το κέντρο της νυχτερινής ζωής και στην Brera, την συνοικία των καλλιτεχνών