Στην Αθήνα υπάρχει ένας λόφος, σε νοητή ευθεία με την Ακρόπολη, ο οποίος «κρύβει» σε όλες τις μυστικές γωνιές του τον φιδίσιο δρόμο που οδηγεί στην κορυφή του, καθώς και κάποιες από τις ομορφότερες στιγμές της ζωής μας. Για τα παιδιά των 80’s και των 90’s, για εκείνους που ήμασταν φοιτητές κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Λυκαβηττός υπήρξε σύμβολο της πιο ωραίας νιότης μας, «στέκι» των πιο δεμένων συντροφιών και ένας καλός λόγος για να περιμένουμε πώς και πώς το επόμενο συναυλιακό καλοκαίρι.
Φυσικά, η ιστορία της περιοχής και η στενή της σχέση με την τέχνη ξεκινά από πολύ-πολύ νωρίτερα, όταν στα μεταλλικά τραπεζάκια της Πλατείας Δεξαμενής κάθονταν ο Παπαδιαμάντης και ο Βάρναλης, ο Καζαντζάκης και ο Καρκαβίτσας για ελληνικό καφέ και στοχασμό. Τις δικές τους διαδρομές, που είναι την ίδια στιγμή οι διαδρομές των πιο γλυκών καλοκαιριών μας, θα ακολουθήσουμε με τον αγαπημένο μου αυτή την Κυριακή. Αφιερώνοντας μία ολόκληρη ημέρα ο ένας στον άλλον, περπατώντας και ανακαλύπτοντας από την αρχή ένα από τα πιο ειδυλλιακά σημεία ολόκληρης της Αττικής.
Εκείνος, πάντα καλύτερος στον προγραμματισμό από εμένα, έχει κάνει το πλάνο και δεν αποκαλύπτει πολλά, θέλει, λέει, να είναι έκπληξη. «Εσύ απλά ετοίμασε το σακίδιό σου» μου είπε. Έτσι, εκείνη την ημέρα ξύπνησα πολύ νωρίς και φρόντισα να έχω οπωσδήποτε μαζί μου, εκτός από πορτοφόλι και κινητό, ένα πιο ελαφρύ μπουφάν σε περίπτωση που ζεσταθώ από το περπάτημα, δύο δροσερά μπουκάλια νερό AQUA Carpatica, ένα για τον καθέναν μας, αντισηπτικά μαντηλάκια και το αγαπημένο μου σημειωματάριο. Σαν παιδί που το πηγαίνουν πρώτη φορά εκδρομή, ήμουν στην εξώπορτα ήδη από τις 10, απαιτώντας να ξεκινήσουμε. Άλλωστε, ταξίδι δεν είναι μόνο αυτό που κάνουμε με αυτοκίνητο, πλοίο και αεροπλάνο, φεύγοντας μακριά από την πόλη μας. Είναι μία εμπειρία πολύ πιο συνολική, που ξεφεύγει από τα στενά όρια της μετακίνησής μας από το σημείο Α στο σημείο Β.
Πήραμε το μετρό και κατεβήκαμε στη στάση Ευαγγελισμός. Από εκεί, διασχίζοντας τους ήσυχους κυριακάτικους δρόμους της πόλης, ανηφορίσαμε σιγά-σιγά προς την πλατεία-σύμβολο της Αθήνας. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε έρθει εδώ για μία ταινία στο θερινό Σινέ Δεξαμενή και μετά για ουζάκι και μεζεδάκια στο ομώνυμο καφενείο, νιώθοντας ευγνώμονες που έχουμε την τύχη να ζούμε σε μία από τις ομορφότερες πόλεις του κόσμου, η οποία μάλιστα είναι ακόμη πιο όμορφη την άνοιξη και το καλοκαίρι.
Κάπου, μία στάση για μια αναμνηστική φωτογραφία, απολαμβάνοντας το γεγονός ότι είμαστε τουρίστες στον ίδιο μας τον τόπο, και συνεχίζουμε ξέγνοιαστοι την περιπλάνησή μας προς το σημείο που όλοι ξέρουν ότι προσφέρει την πιο ειδυλλιακή θέα στην Αττική. Προχωρούμε προς την οδό Στρατιωτικού Συνδέσμου και από εκεί στρίβουμε στην οδό Ξανθίππου, γνωρίζοντας ότι πλέον απέχουμε μόλις λίγα λεπτά με τα πόδια από το ιστορικό ξενοδοχείο St. George Lycabettus. Το καλό με τον Λυκαβηττό είναι ότι είναι αρκετά δύσκολο να χαθείς, ακόμα κι αν δεν είσαι σίγουρος προς τα πού να πας. Απλώς όλοι οι δρόμοι και όλα τα ανηφορικά δρομάκια, με τις υπέροχες πολυκατοικίες στα δεξιά και αριστερά τους, μοιάζουν να οδηγούν στην κορυφή. Κι αν μπερδευτείτε πραγματικά και δεν έχετε ιδέα ποιον δρόμο να πάρετε, απλώς ακολουθήστε τις ταμπέλες που γράφουν «Προς Τελεφερίκ». Το οποίο, για την ιστορία, εγκαινιάστηκε στις 18 Απριλίου του 1965 και λειτουργεί, βέβαια, μέχρι σήμερα.
Κάπου εκεί αποφασίζουμε να κάνουμε μία στάση για έναν καφέ στο χέρι, και ένα μικρό καφέ με πανοραμική θέα δεν μας απογοητεύει. Ένα πραγματικά εμβληματικό σημείο της πόλης, με θέα που κόβει την ανάσα, στέκει ακόμα εκεί με το χαρακτηριστικό του μπαλκονάκι, ταξιδεύοντάς μας σε χρόνους που προηγήθηκαν της δικής μας γενιάς. Καθίσαμε σε ένα πεζούλι, πέντε βήματα πιο πέρα, και χαζέψαμε την εικόνα της Αθήνας που απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα μας. Ήπιαμε λίγο καφέ κοιτάζοντας απέναντι και συζητήσαμε την πορεία που θα ακολουθούσαμε στη συνέχεια της ημέρας. Ο ήλιος είχε ανέβει ήδη ψηλά στον ουρανό, το μεσημέρι πλησίαζε, και η πείνα άρχισε να κάνει έντονη την εμφάνισή της.
Μετά από αυτή τη σύντομη ανάπαυλα, συνεχίσαμε στο μεγάλο μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή του λόφου και, φυσικά, στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, του οποίου η ιστορία χάνεται πίσω στους μεσαιωνικούς χρόνους, αν και ανακαινίστηκε πλήρως τον 20ό αιώνα. Στη διαδρομή προς τον «τερματισμό», κάναμε μία-δύο στάσεις για τις καθιερωμένες selfie αλλά και για να πιούμε λίγο νερό -το ήξερα ότι τα μπουκάλια AQUA Carpatica θα μας αποδεικνύονταν πολύτιμα.
Φτάνοντας στο τέλος του δρόμου, τα πάντα γύρω μας «φώναζαν» οικειότητα. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να περιγράψω το συναίσθημα που ένιωσα τη στιγμή που, μετά από πολύ καιρό, βρέθηκα σε ένα σημείο τόσο γνώριμο, ένα μέρος που έχει φιλοξενήσει μέσα στα χρόνια δεκάδες συναρπαστικές στιγμές της ζωής μου. Ανέκαθεν αγαπούσα τον λόφο του Λυκαβηττού. Από παιδί. Τον αγαπούσαν και οι δικοί μου και ερχόμασταν συχνά εδώ με το αυτοκίνητο. Βλέπαμε την Αθήνα από ψηλά και εκείνοι μου έλεγαν ιστορίες για τις βόλτες της δικής τους εφηβείας. Για τα ξενύχτια στον λόφο με το φορητό ραδιοφωνάκι ανοικτό. Για τη συναυλία του Λουκιανού Κηλαηδόνη, που κάποτε έκανε τον πιο αγαπημένο λόφο της πόλης να «σειστεί» από μουσική και ομορφιά.
Πέρασαν τα χρόνια και άρχισα να ανηφορίζω κι εγώ στον Λυκαβηττό για συναυλίες, πριν, φυσικά, το θέατρο κλείσει προσωρινά για μερικά χρόνια. Θυμάμαι ακόμα ένα live των Placebo. Τη φορά που χορέψαμε σαν τρελοί με τη μουσική του Moby. Τα Διάφανα Κρίνα, που είχαν γεμίσει ασφυκτικά το θέατρο. Όλους αυτούς τους λατρεμένους ήχους που έμοιαζαν να ξεχύνονται από τα ηχεία και να απλώνονται πάνω από τα κτήρια της Αθήνας σαν προστατευτική κουβέρτα. Σε μία τέτοια συναυλία γνώρισα, πριν από πολλά χρόνια, τον άνθρωπό μου. Μαζί είμαστε σήμερα στο ίδιο μέρος που πρωτοσυναντηθήκαμε.
Είχαμε το θέατρο πίσω μας όταν μου είπε: «Για φαγητό, σου έχω μία έκπληξη». Και τότε συνειδητοποίησα πως η ώρα είχε περάσει τόσο γρήγορα, που είχα ξεχάσει πως πεινούσα. «Εδώ δίπλα είναι», πρόσθεσε και κατάλαβα πως μιλούσε για εκείνο το εστιατόριο με την απίθανη θέα, που στέκει χρόνια τώρα αγκαλιά με την κορυφή του λόφου. «Πίνω μία γουλιά νερό και φύγαμε», είπα, πριν βγάλω ξανά το AQUA Carpatica από την τσάντα μου.
Το γεύμα ήταν υπέροχο, το ίδιο και η θέα και ας λένε πολλοί ότι το ιδανικό είναι να έρχεσαι εδώ βράδυ. Η εμπειρία, ωστόσο, παραμένει εξίσου μαγευτική τα μεσημέρια και τα απογεύματα, όταν το φως αγκαλιάζει την πόλη αλλιώς. Μετά το φαγητό αρχίσαμε να κατηφορίζουμε αργά προς την καρδιά της πόλης. Η άνοιξη μόλις έκανε αισθητή την παρουσία της στην Αθήνα και όλα έμοιαζαν να βρίσκονται στη σωστή τους θέση. Υπάρχουν και αυτές οι στιγμές στη ζωή και τελικά είναι πολύ πιο απλό να τις κατακτήσεις απ’ όσο ίσως νομίζεις.
«Πάμε για ένα early drink;» πρότεινα αυθόρμητα. Το απόγευμα είχε πια απλωθεί στην πόλη, τα πρώτα μπαρ άρχιζαν να ανοίγουν τις πόρτες τους και εμείς περιμέναμε λίγη ώρα ακόμη, μέχρι να ανοίξει το αγαπημένο μας στέκι, εκείνο το μικρό jazz bar στην οδό Δεινοκράτους που φιλοξένησε όλα τα πρώτα μας ραντεβού.
Είναι σημαντικό να θυμάται κανείς, πού και πού, τους λόγους που τον έφεραν κοντά στον άνθρωπο της ζωής του. Αλλά και τους λόγους για τους οποίους εξακολουθεί να τον αγαπά το ίδιο βαθιά, μέχρι σήμερα. Ας πούμε ότι αυτή την Κυριακή ζήσαμε ακριβώς αυτό.
Διαβάστε ακόμα:
Φθινοπωρινή εκδρομή με μικρά παιδιά κοντά στην Αθήνα -5 στάσεις
Ένας περίπατος στην Πλάκα, την ωραιότερη και πιο γραφική συνοικία της Αθήνας
Τα «τζάκια» της Αθήνας: 9 μαγαζιά σε όλη την πόλη με τα ξύλα να τρίζουν